επιτύφομαι

ἐπιτύφομαι (Α)
1. ανάβω, κατακαίομαι («ἐπιτεθυμένοι καὶ μέλανες», Σοφ.)
2. παθ. μτφ. καίγομαι από έρωτα («ὅπως ἂν ἁνὴρ ἐπιτυφῇ μάλιστά μου», Αριστοφ.)
3. γεν. μαίνομαι («εἴτε τι θηρίον τυγχάνω Τυφῶνος πολυπλοκώτερον καὶ μᾱλλον ἐπιτεθυμμένον», Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τύφω «καπνίζω, κατακαίω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπετύφην — ἐπιτύφομαι to be burnt up aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ἐπιτύφομαι to be burnt up aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτεθυμμένον — ἐπιτύφομαι to be burnt up perf part mp masc acc sg ἐπιτύφομαι to be burnt up perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτεθυμμένων — ἐπιτύφομαι to be burnt up perf part mp fem gen pl ἐπιτύφομαι to be burnt up perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτεθυμμένοι — ἐπιτύφομαι to be burnt up perf part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτεθυμμένος — ἐπιτύφομαι to be burnt up perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυφῇ — ἐπιτύφομαι to be burnt up aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτυφῶ — ἐπιτύφομαι to be burnt up aor subj pass 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτύψει — ἐπιτύφομαι to be burnt up aor subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.